Δείτε επίσης: ορθόδοξος

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ὀρθόδοξος τὸ ὀρθόδοξον οἱ, αἱ ὀρθόδοξοι τὰ ὀρθόδοξα
Γενική τοῦ, τῆς ὀρθοδόξου τοῦ ὀρθοδόξου τῶν ὀρθοδόξων τῶν ὀρθοδόξων
Δοτική τῷ, τῇ ὀρθοδόξῳ τῷ ὀρθοδόξῳ τοῖς, ταῖς ὀρθοδόξοις τοῖς ὀρθοδόξοις
Αιτιατική τὸν, τὴν ὀρθόδοξον τὸ ὀρθόδοξον τοὺς, τὰς ὀρθοδόξους τὰ ὀρθόδοξα
Κλητική ὀρθόδοξε ὀρθόδοξον ὀρθόδοξοι ὀρθόδοξα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ὀρθοδόξω
Γενική-Δοτική ὀρθοδόξοιν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὀρθόδοξος < αρχαία ελληνική ὀρθός + δόξα

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ὀρθόδοξος, -ος, -ον

  1. (ελληνιστική κοινή) που έχει σωστή γνώμη ή άποψη
  2. (θρησκεία) (ελληνιστική κοινή) ορθόδοξος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία