Δείτε επίσης: Ινδός, ινδός

Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική Ἰνδός Ἰνδή τὸ Ἰνδόν
      γενική τοῦ Ἰνδοῦ τῆς Ἰνδῆς τοῦ Ἰνδοῦ
      δοτική τῷ Ἰνδ τῇ Ἰνδ τῷ Ἰνδ
    αιτιατική τὸν Ἰνδόν τὴν Ἰνδήν τὸ Ἰνδόν
     κλητική ! Ἰνδέ Ἰνδή Ἰνδόν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ Ἰνδοί αἱ Ἰνδαί τὰ Ἰνδᾰ́
      γενική τῶν Ἰνδῶν τῶν Ἰνδῶν τῶν Ἰνδῶν
      δοτική τοῖς Ἰνδοῖς ταῖς Ἰνδαῖς τοῖς Ἰνδοῖς
    αιτιατική τοὺς Ἰνδούς τὰς Ἰνδᾱ́ς τὰ Ἰνδᾰ́
     κλητική ! Ἰνδοί Ἰνδαί Ἰνδᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ Ἰνδώ τὼ Ἰνδᾱ́ τὼ Ἰνδώ
      γεν-δοτ τοῖν Ἰνδοῖν τοῖν Ἰνδαῖν τοῖν Ἰνδοῖν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'καλός' όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

ΕπίθετοΕπεξεργασία

Ἰνδός, -ή, -όν

Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Ἰνδός αρσενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία