Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἔξωσις ἐξώσει ἐξώσεις
Γενική ἐξώσεως ἐξωσέοιν ἐξώσεων
Δοτική ἐξώσει ἐξωσέοιν ἐξώσεσι(ν)
Αιτιατική ἔξωσιν ἐξώσει ἐξώσεις
Κλητική ἔξωσι ἐξώσει ἐξώσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἔξωσις < αρχαία ελληνική ἐξωθέω / ἐξωθῶ + -σις < ὠθέω / ὠθῶ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἔξωσις θηλυκό

  1. εξώθηση, σπρώξιμο
  2. αποβολή, αποπομπή
  3. (ιατρική) εξάρθρωση

  ΠηγέςΕπεξεργασία