Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἐργαλεῖον < ἔργον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἐργαλεῖον ουδέτερο και ιωνικός τύπος ἐργαλήιον

  1. το εργαλείο, το μέσον
    σιτοποιοὺς ἔχουσαι καὶ λιθολόγους καὶ τέκτονας καὶ ὅσα ἐς τειχισμὸν ἐργαλεῖα