Δείτε επίσης: εποπτεία, επόπτευση

Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἐποπτεί αἱ ἐποπτεῖαι
      γενική τῆς ἐποπτείᾱς τῶν ἐποπτειῶν
      δοτική τῇ ἐποπτεί ταῖς ἐποπτείαις
    αιτιατική τὴν ἐποπτείᾱν τὰς ἐποπτείᾱς
     κλητική ! ἐποπτεί ἐποπτεῖαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἐποπτεί
γεν-δοτ τοῖν  ἐποπτείαιν
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'χώρα' όπως «χώρα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἐποπτεία < ἐποπτεύω + -εία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἐποπτεία θηλυκό

  1. μύηση
  2. (ειδικότερα) (θρησκεία) η υψηλότερη βαθμίδα μύησης στα Ελευσίνια Μυστήρια
  3. (ελληνιστική κοινή) θεώρηση

  ΠηγέςΕπεξεργασία