Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική ἐπίθημα ἐπιθήματε ἐπιθήματα
Γενική ἐπιθήματος ἐπιθημάτοιν ἐπιθημάτων
Δοτική ἐπιθήματι ἐπιθημάτοιν ἐπιθήμασι
Αιτιατική ἐπίθημα ἐπιθήματε ἐπιθήματα
Κλητική ἐπίθημα ἐπιθήματε ἐπιθήματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἐπίθημα < ἐπί + θῆμα (<τίθημι)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἐπίθημα ουδέτερο

  1. καθετί που τοποθετείται επάνω
  2. κάλυμμα
  3. σκέπασμα