Ετυμολογία

επεξεργασία
ἐξηφρισμένος (ελληνιστική κοινή): μετοχή παρακειμένου για την αρχαία ελληνική ἐξαφρίζομαι (ελληνιστικός ενεργητικός τύπος: *ἐξαφρίζω)

ἐξηφρισμένος, -η, -ον (μετοχή μεσοπαθητικού παρακειμένου) (ελληνιστική κοινή)

ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δε μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ἐξηφρισμένος ἐξηφρισμένη τὸ ἐξηφρισμένον
      γενική τοῦ ἐξηφρισμένου τῆς ἐξηφρισμένης τοῦ ἐξηφρισμένου
      δοτική τῷ ἐξηφρισμέν τῇ ἐξηφρισμέν τῷ ἐξηφρισμέν
    αιτιατική τὸν ἐξηφρισμένον τὴν ἐξηφρισμένην τὸ ἐξηφρισμένον
     κλητική ! ἐξηφρισμένε ἐξηφρισμένη ἐξηφρισμένον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ ἐξηφρισμένοι αἱ ἐξηφρισμέναι τὰ ἐξηφρισμέν
      γενική τῶν ἐξηφρισμένων τῶν ἐξηφρισμένων τῶν ἐξηφρισμένων
      δοτική τοῖς ἐξηφρισμένοις ταῖς ἐξηφρισμέναις τοῖς ἐξηφρισμένοις
    αιτιατική τοὺς ἐξηφρισμένους τὰς ἐξηφρισμένᾱς τὰ ἐξηφρισμέν
     κλητική ! ἐξηφρισμένοι ἐξηφρισμέναι ἐξηφρισμέν
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἐξηφρισμένω τὼ ἐξηφρισμέν τὼ ἐξηφρισμένω
      γεν-δοτ τοῖν ἐξηφρισμένοιν τοῖν ἐξηφρισμέναιν τοῖν ἐξηφρισμένοιν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'λελυμένος' όπως «λελυμένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές