ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δε μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἐξηγορί αἱ ἐξηγορίαι
      γενική τῆς ἐξηγορίᾱς τῶν ἐξηγοριῶν
      δοτική τῇ ἐξηγορί ταῖς ἐξηγορίαις
    αιτιατική τὴν ἐξηγορίᾱν τὰς ἐξηγορίᾱς
     κλητική ! ἐξηγορί ἐξηγορίαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἐξηγορί
γεν-δοτ τοῖν  ἐξηγορίαιν
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'σοφία' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
ἐξηγορία (ελληνιστική κοινή) < ἐξαγορεύω

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

ἐξηγορία, -ας θηλυκό (ελληνιστική κοινή)

  1. ομολογία, εξομολόγηση
    ※  3ος/2ος πκε αιώνας Παλαιὰ Διαθήκη κατά την μετάφραση των Εβδομήκοντα , Ιώβ, 22.22, @scaife.perseus
    ἔκλαβε δὲ ἐκ στόματος αὐτοῦ ἐξηγορίαν καὶ ἀνάλαβε τὰ ρήματα αὐτοῦ ἐν καρδίᾳ σου.
  2. εκφορά λόγου, εκφώνηση, κραυγή
    ※  3ος/2ος πκε αιώνας Παλαιὰ Διαθήκη κατά την μετάφραση των Εβδομήκοντα , Ιώβ, 33.26, @scaife.perseus
    εὐξάμενος δὲ πρὸς Κύριον, καὶ δεκτὰ αὐτῷ ἔσται, εἰσελεύσεται προσώπῳ ἱλαρῷ σὺν ἐξηγορίᾳ· ἀποδώσει δὲ ἀνθρώποις δικαιοσύνην.