Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἄλλος < πρωτοελληνική *áľľos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂élyos < *h₂el- (άλλος)

  ΑντωνυμίαΕπεξεργασία

ἄλλος ( & ἀλλοῖος κυπριακός τύπος αἶλος, ιωνικός τύπος  πληθυντικού ὧλλοι)

  1. αόριστη και επιμεριστική, που στη χρήση προσομοιάζει σε επίθετο μερικές φορές, διάφορος, άλλος
  2. παράδοξος, λανθασμένος, απατηλός, άδικος ή ό,τι άλλο εννοείται από το αντίθετο
    ἄλλα τῶν δικαίων (δηλαδή άδικα)
  3. επιπλέον
    πέμπτος ποταμὸς ἄλλος (και πέμπτο ποτάμι, άλλο από τα προηγουμενα τέσσερα δηλαδή)
Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ἄλλος ἄλλη ἄλλος ἄλλοι ἄλλαι ἄλλα
Γενική ἄλλου ἄλλης ἄλλου ἄλλων ἄλλων ἄλλων
Δοτική ἄλλῳ ἄλλῃ ἄλλῳ ἄλλοις ἄλλαις ἄλλοις
Αιτιατική ἄλλον ἄλλην ἄλλο ἄλλους ἄλλας ἄλλα
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἄλλω;;; ἅλλα;;;
Γενική-Δοτική ἄλλοιν;;; ἄλλαιν;;;


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • ἄλλα ἄλλα λέγει (ο καθένας το κοντό του και το μακρύ του, άλλα λέει ο ένας, άλλα ο άλλος)
  • ἄλλος καὶ ἄλλος (ένας και μετά δεύτερος, ή κάνας-δύο το πολύ)
  • πρὸς ἄλλὡ καὶ ἄλλὡ σημείω (διάσπαρτα, σε διάφορα σημεία)
  • ἄλλος ἄλλος τρόπος (ολωσδιόλου διαφορετικός, για έμφαση)
  • τἆλλα (τα υπόλοιπα)
  • τὸν ἄλλον χρόνον (τον υπόλοιπο χρόνο) όμως τῷ ἄλλῳ ἔτει (ο επόμενος χρόνος)