Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

ἀλληγορέω - ἀλληγορῶ (συνηρημένο)

  1. μιλάω αλληγορικά
  2. (μεταβατικό) χρησιμοποιώ κάτι ως αλληγορία