Δείτε επίσης: αγνωσία

Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἀγνωσί αἱ ἀγνωσίαι
      γενική τῆς ἀγνωσίᾱς τῶν ἀγνωσιῶν
      δοτική τῇ ἀγνωσί ταῖς ἀγνωσίαις
    αιτιατική τὴν ἀγνωσίᾱν τὰς ἀγνωσίᾱς
     κλητική ! ἀγνωσί ἀγνωσίαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀγνωσί
γεν-δοτ τοῖν  ἀγνωσίαιν
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'σοφία' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀγνωσία < + γιγνώσκω + -σία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἀγνωσία θηλυκό

  ΠηγέςΕπεξεργασία