γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ἀγγέλλων ἀγγέλλουσ τὸ ἀγγέλλον
      γενική τοῦ ἀγγέλλοντος τῆς ἀγγελλούσης τοῦ ἀγγέλλοντος
      δοτική τῷ ἀγγέλλοντ τῇ ἀγγελλούσ τῷ ἀγγέλλοντ
    αιτιατική τὸν ἀγγέλλοντ τὴν ἀγγέλλουσᾰν τὸ ἀγγέλλον
     κλητική ! ἀγγέλλων ἀγγέλλουσ ἀγγέλλον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ ἀγγέλλοντες αἱ ἀγγέλλουσαι τὰ ἀγγέλλοντ
      γενική τῶν ἀγγελλόντων τῶν ἀγγελλουσῶν τῶν ἀγγελλόντων
      δοτική τοῖς ἀγγέλλουσῐ(ν) ταῖς ἀγγελλούσαις τοῖς ἀγγέλλουσῐ(ν)
    αιτιατική τοὺς ἀγγέλλοντᾰς τὰς ἀγγελλούσᾱς τὰ ἀγγέλλοντ
     κλητική ! ἀγγέλλοντες ἀγγέλλουσαι ἀγγέλλοντ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἀγγέλλοντε τὼ ἀγγελλούσ τὼ ἀγγέλλοντε
      γεν-δοτ τοῖν ἀγγελλόντοιν τοῖν ἀγγελλούσαιν τοῖν ἀγγελλόντοιν
3η&1η κλίση, Κατηγορία 'λύων' όπως «τρέχων» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

ἀγγέλλων, -ουσα, -ον