Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ωοθηκικός ωοθηκική ωοθηκικό
γενική ωοθηκικού ωοθηκικής ωοθηκικού
αιτιατική ωοθηκικό ωοθηκική ωοθηκικό
κλητική ωοθηκικέ ωοθηκική ωοθηκικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ωοθηκικοί ωοθηκικές ωοθηκικά
γενική ωοθηκικών ωοθηκικών ωοθηκικών
αιτιατική ωοθηκικούς ωοθηκικές ωοθηκικά
κλητική ωοθηκικοί ωοθηκικές ωοθηκικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

ωοθηκικός < ωοθήκη

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ωοθηκικός, -ή, -ό

  1. σχετικός με την ωοθήκη

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία