Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψαροπούλι ψαροπούλια
γενική ψαροπουλιού ψαροπουλιών
αιτιατική ψαροπούλι ψαροπούλια
κλητική ψαροπούλι ψαροπούλια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ψαροπούλι < ψάρι + πουλί
 
Ψαροπούλι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ψαροπούλι ουδέτερο

  1. το θαλασοπούλι, η "Αλκυόνη" (Alcedo atthis), θαλάσσιο αποδημητικό πτηνό, που λέγεται και μπιρμπίλι της θάλασσας.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία