Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χαράκι τα χαράκια
      γενική του χαρακιού των χαρακιών
    αιτιατική το χαράκι τα χαράκια
     κλητική χαράκι χαράκια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χαράκι < χαρακάκι (υποκοριστικό του χάρακας) με απλολογία [ka.ci] > [ci][1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /xaˈɾa.ci/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χαράκι ουδέτερο

  1. η χαραγματιά
  2. ευθεία γραμμή χαραγμένη, σχεδιασμένη ή τυπωμένη σε χαρτί
  3. τομή στον κορμό ή το φλοιό φυτού με σκοπό την καρποφορία ή τον εμβολιασμό του
  4. το ξυράφι ή η λεπίδα
  5. (κρητικά) μεγάλος βράχος
    ※  χαράκια αμαδολόγανε και ριζιμιά ξεκούνειε (Ο θάνατος του Διγενή, δημοτικό)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία