Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χαμόσπιτο τα χαμόσπιτα
      γενική του χαμόσπιτου των χαμόσπιτων
    αιτιατική το χαμόσπιτο τα χαμόσπιτα
     κλητική χαμόσπιτο χαμόσπιτα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χαμόσπιτο < [[χαμό-]#Ελληνικά (el)|χαμό-]]] + σπίτ(ι) + -ο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χαμόσπιτο ουδέτερο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία