Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χαμόσπιτο τα χαμόσπιτα
      γενική του χαμόσπιτου των χαμόσπιτων
    αιτιατική το χαμόσπιτο τα χαμόσπιτα
     κλητική χαμόσπιτο χαμόσπιτα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χαμόσπιτο < χαμό- + -σπιτο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χαμόσπιτο ουδέτερο

  • πολύ φτωχικό σπίτι μικρού ύψους και κακής κατασκευής
    ※  Πιο πολύ του μικρού Θ. Λ. του άρεσε να κοιτάζει τα χαμόσπιτα της Νέας Ιωνίας, τα «προσφυγικά», και τις ασβεστωμένες αυλές, τις γεμάτες γλάστρες με πολύχρωμα λουλούδια. (Κώστας Ακρίβος (2001) Πέντε δρόμοι, μία ρότα, ένα Αίνιγμα)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία