Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χάλιξ < πιθανόν συγγενές του σκάλλω, αβέβαιου ετυμ.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χάλιξ αρσενικό αλλά και θηλυκό, γενική χάλικος

...ἐστρωμένη χάλιξιν ὁδός...
...ἐντὸς δὲ οὔτε χάλιξ οὔτε πηλὸς ἦν, ἀλλὰ ξυνῳκοδομημένοι μεγάλοι λίθοι καὶ ἐντομῇ ἐγγώνιοι, σιδήρῳ πρὸς ἀλλήλους τὰ ἔξωθεν καὶ μολύβδῳ δεδεμένοι: και εσωτερικά <στα τείχη> δεν έβαλαν ούτε χαλίκια ούτε πηλό, αλλά ήταν φτιαγμένα εξ ολοκλήρου από μεγάλες πέρες που οι λιθοξόοι είχαν τετραγωνίσει, συνδεμένες μεταξύ τους με σίδερα στην εξωτερική πλευρά και με μόλυβδο (Θουκ.)