Δείτε επίσης: ὑποδιδάσκαλος

Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο υποδιδάσκαλος οι υποδιδάσκαλοι
      γενική του υποδιδασκάλου
υποδιδάσκαλου
των υποδιδασκάλων
    αιτιατική τον υποδιδάσκαλο τους υποδιδασκάλους
υποδιδάσκαλους
     κλητική υποδιδάσκαλε υποδιδάσκαλοι
Κατηγορία όπως «δάσκαλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υποδιδάσκαλος < αρχαία ελληνική ὑποδιδάσκαλος. Συγχρονικά αναλύεται σε υπο- + διδάσκαλος.

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /i.po.ðiˈða.ska.los/
τυπογραφικός συλλαβισμός: υ‐πο‐δι‐δά‐σκα‐λος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υποδιδάσκαλος αρσενικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία