Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το υπερεπίπεδο τα υπερεπίπεδα
      γενική του υπερεπιπέδου των υπερεπιπέδων
    αιτιατική το υπερεπίπεδο τα υπερεπίπεδα
     κλητική υπερεπίπεδο υπερεπίπεδα
όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /i.pɛɾ.ɛ.ˈpi.pɛ.ðɔ/

  Ετυμολογία elΕπεξεργασία

υπερεπίπεδο < αγγλικά: hyperplane < υπερ- + επίπεδο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

το υπερεπίπεδο (el) ουδέτερο, ενικός
τα υπερεπίπεδα (el) πληθυντικός

  1. (γεωμετρία) Στην γεωμετρία υπερεπίπεδο είναι ο υποχώρος/η υποπεριοχή μίας διάστασης λιγότερης από τον περιβάλλοντα χώρο. Εάν ένας χώρος είναι 3-διάστατος (τρισδιάστατος) τότε τα υπερεπίπεδά του είναι 2-διάστατα (δισδιάστατα) επίπεδα, ενώ εάν ο χώρος είναι 2-διάστατος (δισδιάστατος), τα υπερεπίπεδά του είναι 1-διάστατες (μονοδιάστατες) γραμμές.
    το υπερ- εδώ σημαίνει «πάνω από, πάνω σε, κάτι επιπλέον», δηλαδή ότι το υπερεπίπεδο βρίσκεται ως κάτι επιπλέον/έξτρα μέσα σε χώρο και όχι ότι το ίδιο έχει επιπλέον/έξτρα ιδιότητα, -ες
  2. (καθομιλουμένη) όταν εξετάζουμε κάτι σε μεγαλύτερο πλαίσιο, τάξη μεγέθους ή ομάδα

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία