Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο υδρονομέας οι υδρονομείς
      γενική του υδρονομέα
& υδρονομέως
των υδρονομέων
    αιτιατική τον υδρονομέα τους υδρονομείς
     κλητική υδρονομέα υδρονομείς
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υδρονομέας < ύδωρ + νέμω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υδρονομέας αρσενικό

  • άτομο που εργάζεται σε υδρονομείο, την υπηρεσία που ασχολείται με την διανομή του νερού σε σπίτια, εμπορικά κτήρια κλπ. Ποτιστής.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία