Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υαλοφυσητής < ύαλος + φυσητής

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υαλοφυσητής αρσενικό

  1. τεχνίτης που φυσά το γυαλί για να φτιάξει διάφορα αντικείμενα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία