Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική υαλουργικός υαλουργική υαλουργικό
γενική υαλουργικού υαλουργικής υαλουργικού
αιτιατική υαλουργικό υαλουργική υαλουργικό
κλητική υαλουργικέ υαλουργική υαλουργικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υαλουργικοί υαλουργικές υαλουργικά
γενική υαλουργικών υαλουργικών υαλουργικών
αιτιατική υαλουργικούς υαλουργικές υαλουργικά
κλητική υαλουργικοί υαλουργικές υαλουργικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

υαλουργικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

υαλουργικός, -ή, -ό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία