Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η υαλοβολή οι υαλοβολές
      γενική της υαλοβολής των υαλοβολών
    αιτιατική την υαλοβολή τις υαλοβολές
     κλητική υαλοβολή υαλοβολές
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υαλοβολή < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υαλοβολή

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία