Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τυρβάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τυρβάζω < τύρβη

  ΡήμαΕπεξεργασία

τυρβάζω μόνο στο ενεστωτικό θέμα ελλειπτικό ρήμα (χωρίς παθητική φωνή)

  • ασχολούμαι με κάτι, ανακατώνομαι σε κάτι
    περί άλλα τυρβάζει (ασχολείται με άλλα πράγματα)

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τυρβάζω, ήδη τον 8ο αιώνα σε απόσπασμα του Ησίοδου < τύρβ(η) + -άζω. Η ετυμολόγηση του θέματος τυρβ- είναι δυσχερής. → δείτε τη λέξη τύρβη [1]

  ΡήμαΕπεξεργασία

τυρβάζω μεσοπαθητική φωνή: τυρβάζομαι

  1. (αρχική σημασία) ανακατεύω, ταράζω, αναταράζω, αναστατώνω
  2. ασχολούμαι
    ※  Mάρθα, Mάρθα, μεριμνᾷς καί τυρβάζῃ περί πολλά (Κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιον, 10, 41)
    Μάρθα, Μάρθα, μεριμνάς και ασχολείσαι με πολλά
  3. (ελληνιστική σημασία) ξεφαντώνω, γλεντώ, διασκεδάζω

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 

  ΠηγέςΕπεξεργασία