Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τριακοντάσχοινος < τριάκοντα + σχοίνος (απόσταση τριάντα σχοίνων)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τριακοντάσχοινος αρσενικό

  1. γεωγραφικός προσδιορισμός σε χρήση στην ελληνιστική Αίγυπτο, και μετέπειτα και από την ρωμαϊκή Αίγυπτο ως triakontaschoenus, ο οποίος αντιστοιχούσε στην περιοχή της κάτω Νουβίας μεταξύ του πρώτου και του δευτέρου καταρράκτη του Νείλου

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία