Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τρίστιχος < τρι- + στίχος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

τρίστιχος, -η, -ο

  1. που αποτελείται από τρεις στίχους

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία