Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τοκισμός οι τοκισμοί
      γενική του τοκισμού των τοκισμών
    αιτιατική τον τοκισμό τους τοκισμούς
     κλητική τοκισμέ τοκισμοί
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τοκισμός < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τοκισμός αρσενικό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία