Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τηλεψήφος οι τηλεψήφοι
      γενική της τηλεψήφου των τηλεψήφων
    αιτιατική την τηλεψήφο τις τηλεψήφους
     κλητική τηλεψήφε
(τηλεψήφο)
τηλεψήφοι
Κατηγορία όπως «διχοτόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

ετυμολογίαΕπεξεργασία

τηλεψήφος (νεολογισμός) < τηλε- + ψήφος ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική televoting)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τηλεψήφος θηλυκό

  1. (προφορικό) η τηλεψηφοφορία
  2. έγκυρη απεσταλμένη επιλογή επί τηλεψηφοφορίας, η ψήφος σε τηλεψηφοφορία
  3. (πολιτική) η εκλογική τηλεψήφος, εκλογική ψήφος μέσω ίντερνετ ή ασφαλούς δικτύου

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία