Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τηλε- < λόγιο ενδογενές δάνειο: διαγλωσσική ορολογία, όπως αγγλικά tele- < λατινική tele- < αρχαία ελληνική τηλε- [1] < τῆλε < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *kʷel-

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ti.le/

  ΠρόθημαΕπεξεργασία

τηλε-, τηλέ- ή τηλ-

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τηλε- < τῆλε < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *kʷel-

  ΠρόθημαΕπεξεργασία

τηλε-, τηλέ- ή τηλ-

ΣύνθεταΕπεξεργασία