Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική τετραπυρολικός τετραπυρολική τετραπυρολικό
γενική τετραπυρολικού τετραπυρολικής τετραπυρολικού
αιτιατική τετραπυρολικό τετραπυρολική τετραπυρολικό
κλητική τετραπυρολικέ τετραπυρολική τετραπυρολικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τετραπυρολικοί τετραπυρολικές τετραπυρολικά
γενική τετραπυρολικών τετραπυρολικών τετραπυρολικών
αιτιατική τετραπυρολικούς τετραπυρολικές τετραπυρολικά
κλητική τετραπυρολικοί τετραπυρολικές τετραπυρολικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τετραπυρολικός < τετρα- + πυρολικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

τετραπυρολικός, -η, -ο

  1. (χημεία), (βιοχημεία): χαρακτηρισμός χημικής ένωσης που φέρει στο μόριό της τέσσερις πυρολικούς δακτυλίους, (ή πυρολικούς πυρήνες)
    τετραπυρολικά παράγωγα (π.χ. πορφυρίνες, φυκοβιλίνες, χλωρίνες, κορρίνες κ.ά., ή σύμπλοκα αυτών με μεταλλικά άλατα όπως οι αμίνες, χλωροφύλλες κ.ά.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία