Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τελειοθηρία < τέλειος + θήρα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τελειοθηρία θηλυκό

  1. η επιδίωξη του τέλειου αποτελέσματος

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία