Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

perfectionism (en)

  1. η τελειομανία
  2. η πίστη ότι η πνευματική τελειότητα μπορεί να επιτευχθεί στο διάστημα της ζωής μας

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία