Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ταυρόμορφος < ταύρος + -μορφος (< μορφή)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ταυρόμορφος, -η, -ο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία