Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τίναγμα τα τινάγματα
      γενική του τινάγματος των τιναγμάτων
    αιτιατική το τίναγμα τα τινάγματα
     κλητική τίναγμα τινάγματα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τίναγμα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τίναγμα ουδέτερο

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία