Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τάγκιασμα < ταγκιάζω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τάγκιασμα ουδέτερο

  1. η αλλοίωση της γεύσης ή/και της οσμής
  2. η ταγκάδα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία