συντελεσμένος μέλλοντας

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

συντελεσμένος μέλλοντας αρσενικό

  • χρόνος ρήματος που φανερώνει ότι αυτό που σημαίνει το ρήμα θα έχει συντελεστεί μέχρι κάποια ορισμένη στιγμή στο μέλλον. Παλιότερα λεγόταν τετελεσμένος μέλλοντας. Στα αρχαία ελληνικά σχηματιζόταν μονολεκτικά και περιφραστικά αλλά τώρα μόνο περιφραστικά με το μέλλοντα των βοηθητικών ρημάτων έχω ή είμαι και απαρέμφατο ή μετοχή αντίστοιχα.
    «Μέχρι να γυρίσεις σπίτι, θα έχω τελειώσει τις εργασίες μου», (το ρήμα «τελειώνω» βρίσκεται σε χρόνο συντελεσμένο μέλλοντα)
    "Θα είναι τελειωμένο ως τις δέκα" (συντελεσμένος μέλλοντας παθητικής φωνής του ίδιου ρήματος)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία