Ελληνικά (el) Edit

  Ετυμολογία Edit

συγυρίζω < μεσαιωνική ελληνική συγυρίζω (διαπομπεύω, μαζί με άλλους εκθέτω σε προπηλακισμούς κάποιον γυρίζοντάς τον στους δρόμους της πόλης)

  ΡήμαEdit

συγυρίζω

  1. τακτοποιώ αντικείμενα, περιορίζω την ακαταστασία
    συνώνυμα: συμμαζεύω
  2. βάζω κάποιον στη θέση του, τον τιμωρώ, τον εγκαλώ (έννοια που απόμεινε από το μεσαιωνικό συγύρισμα)
  3. (παθητική φωνή) συγυρίζομαι: φροντίζω τον εαυτό μου, την εξωτερική μου εμφάνιση

Συγγενικές λέξειςEdit

ΚλίσηEdit

  ΜεταφράσειςEdit