Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στοναχή < αρχαία ελληνική στοναχή < στενάζω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

στοναχή θηλυκό

  1. βουητό (π.χ. θάλασσας)
  2. αναστεναγμός, θρήνος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία