↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
σπηλυγγ-
ονομαστική σπῆλυγξ αἱ σπήλυγγες
      γενική τῆς σπήλυγγος τῶν σπηλύγγων
      δοτική τῇ σπήλυγγ ταῖς σπήλυγξ(ν)
    αιτιατική τὴν σπήλυγγ τὰς σπήλυγγᾰς
     κλητική ! σπῆλυγξ σπήλυγγες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  σπήλυγγε
γεν-δοτ τοῖν  σπηλύγγοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'φάλαγξ' όπως «φάλαγξ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
σπῆλυγξ < λείπει η ετυμολογία
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: λατινικά: spelunca

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

σπῆλυγξ θηλυκό

Συνώνυμα

επεξεργασία