Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκώπτω < αβέβαιης ετυμολογιας, ή από το σκώψ (τον μπούφο) (ή από το σκάπτω) ή από την σκοπή/το σκέπτομαι

  ΡήμαΕπεξεργασία

σκώπτω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία