Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σακούλι τα σακούλια
      γενική του σακουλιού των σακουλιών
    αιτιατική το σακούλι τα σακούλια
     κλητική σακούλι σακούλια
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σακούλι < μεσαιωνική ελληνική σακκούλιν < σακκούλιον < αρχαία ελληνική σάκκος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σακούλι ουδέτερο

  1. μικρός σάκος

ΕκφράσειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία