Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αποταμίευση οι αποταμιεύσεις
      γενική της αποταμίευσης
αποταμιεύσεως*
των αποταμιεύσεων
    αιτιατική την αποταμίευση τις αποταμιεύσεις
     κλητική αποταμίευση αποταμιεύσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αποταμίευση < (καθαρεύουσα) αποταμίευσις < αποταμιεύω + -σις < ελληνιστική κοινή ἀποταμιεύομαι < αρχαία ελληνική ταμιεύω < ταμιεῖον < ταμίας

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αποταμίευση θηλυκό

  1. (οικονομία) η ενέργεια τού αποταμιεύω
  2. (οικονομία) το αποτέλεσμα τού αποταμιεύω
     συνώνυμα: αποταμίευμα, οικονομίες

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία