Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σάλαγος < σαλαγώ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σάλαγος αρσενικό

  1. οι φωνές που βάζει ο βοσκός όταν σαλαγάει το κοπάδι του ή ο θόρυβος που κάνει το κοπάδι όταν μετακινείται
  2. (γενικότερα ή μεταφορικά) το βουητό


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία