Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ρηγοπούλα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ρηγοπούλα θηλυκό

  1. η κόρη του ρήγα

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία