Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ρηγάτο τα ρηγάτα
      γενική του ρηγάτου των ρηγάτων
    αιτιατική το ρηγάτο τα ρηγάτα
     κλητική ρηγάτο ρηγάτα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ρηγάτο < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ρηγάτο ουδέτερο

  1. το βασίλειο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία