Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πυρομετρία οι πυρομετρίες
      γενική της πυρομετρίας των πυρομετριών
    αιτιατική την πυρομετρία τις πυρομετρίες
     κλητική πυρομετρία πυρομετρίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πυρομετρία < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πυρομετρία θηλυκό


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία