Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική πρωτόπλους πρωτόπλους πρωτόπλουν πρωτόπλοι πρωτόπλοι πρωτόπλοα
Γενική πρωτόπλου πρωτόπλου πρωτόπλου πρωτόπλων πρωτόπλων πρωτόπλων
Δοτική πρωτόπλῳ πρωτόπλῳ πρωτόπλῳ πρωτόπλοις πρωτόπλοις πρωτόπλοις
Αιτιατική πρωτόπλουν πρωτόπλουν πρωτόπλουν πρωτόπλους πρωτόπλους πρωτόπλοα
Κλητική πρωτόπλους πρωτόπλους πρωτόπλου πρωτόπλοι πρωτόπλοι πρωτόπλοα
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική πρωτόπλω πρωτόπλω
Γενική-Δοτική πρωτόπλοιν πρωτόπλοιν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πρωτόπλους < πρῶτος + πλοῦς

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πρωτόπλους