↓ πτώσεις       ενικός      
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο/η προσοντούχος το προσοντούχο
      γενική του/της προσοντούχου του προσοντούχου
    αιτιατική τον/την προσοντούχο το προσοντούχο
     κλητική προσοντούχε προσοντούχο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι προσοντούχοι τα προσοντούχα
      γενική των προσοντούχων των προσοντούχων
    αιτιατική τους/τις προσοντούχους τα προσοντούχα
     κλητική προσοντούχοι προσοντούχα
Λόγιο επίθετο που δε συνηθίζει τον νεότερο τύπο του θηλυκού σε .
ομάδα '-ος -ος -ο', Κατηγορία όπως «χοληδόχος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
προσοντούχος < προσόντ(α) + -ούχος

  Επίθετο

επεξεργασία

προσοντούχος, -ος, -ο

  Μεταφράσεις

επεξεργασία