Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πρανές τα πρανή
      γενική του πρανούς των πρανών
    αιτιατική το πρανές τα πρανή
     κλητική πρανές πρανή
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πρανές < ουδέτερο του πρανής

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πρανές ουδέτερο

  1. πλαγιά
    Συνώνυμα: κατωφέρεια
  2. υπώρεια
    Συνώνυμα: πρόποδες

πρανή=