Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το πονάκι τα πονάκια
      γενική
    αιτιατική το πονάκι τα πονάκια
     κλητική πονάκι πονάκια
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πονάκι < πόνος + υποκοριστικό επίθημα -άκι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πονάκι ουδέτερο

  1. υποκοριστικό του πόνος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

για γλώσσες που δεν διαχωρίζουν το υποκοριστικό σε αυτόν τον όρο (ή γενικά) δείτε πόνος